Friday, May 18, 2012

Αθώα βλέμματα.

Πόσο ζηλεύω τα ανοιχτά μεγάλα μάτια με μια απορία μέσα τους.
Τα μάτια που δεν έχουν δει και δεν έχουν μάθει ακόμα πολλά.
Που δεν γνωρίζουν τι κρύβεται πίσω από αυτά που βλέπουν. 
Που δεν έχουν πληγωθεί και διψούν να εξερευνήσουν τον κόσμο.
Που είναι γεμάτα αλήθεια και δεν έχουν να κρύψουν τίποτα.
Αν κάτι εξωπραγματικό θα ήθελα περισσότερο αυτή τη στιγμή στη ζωή μου, θα ήταν αυτό.  Να ξαναγίνω παιδί.
Θα 'θελα να ήμουν στο δημοτικό. Όπου η μόνη μου έγνοια ήταν το παιχνίδι. 
Όπου το μόνο που έκανα ήταν να χαμογελάω, να σκαρφαλώνω σε δέντρα, να τρέχω σε ξέφωτα και να φτιάχνω πυργάκια στην άμμο. (Εκείνα τα πυργάκια - όχι δεν πείραζε που τα έφτιαχνα.)
Όπου το μόνο μου πρόβλημα ήταν μια άσκηση στα μαθηματικά που δεν καταλάβαινα. 
Και έπειτα ερχόταν ο μπαμπάς μου, μου την εξηγούσε και όλα λύνονταν. 
Ως διά μαγείας.
Όλα ήταν τόσο απλά τότε. 
Χαιρόμουν που έτρωγα μαλλί της γριάς και είχα μπαλόνι να πετάει. 
Χαιρόμουν που έπαιρνα σε όλα τα μαθήματα Α΄ και ήμουν καλή μαθήτρια. 
Χαιρόμουν κι ας μη με ήθελε το αγοράκι που μου άρεζε. 
Πόσο ζηλεύω τα αθώα βλέμματα.
Τα βλέπω παντού τελευταία.
Με κοιτούν πολλά παιδάκια και νιώθω σα να θέλουν να μου κάνουν μια ερώτηση.
"Γιατί δεν είσαι χαρούμενη όπως εμείς;"
Τί να τους απαντήσεις;
Το δικό σου βλέμμα δεν είναι αθώο πια. (Δεν υπάρχει γέφυρα επικοινωνίας.)
Ήταν κάποτε που ήσουνα παιδί, ή λίγο αργότερα όταν κοιτούσες εκείνον. 
Το δικό σου αθώο βλέμμα έχει μείνει στο παρελθόν*
 
                         

Sunday, May 13, 2012

Διάλεξε χρώμα.

Ξέρεις τι; Η ζωή είναι χάλια. Τόσο χάλια όσο δεν πάει. Δεν ξέρω για τη δική σου, αλλά εγώ πάντα τη δική μου τη ζωή την έβλεπα σαν ένα ηλίθιο αστείο. Μπα, θα ήταν λάθος να την προσδιορίσω έτσι. Και τα ηλίθια αστεία, έχουν κι αυτά την πλάκα τους. Θα την προσδιόριζα καλύτερα σαν ένα ανούσιο δράμα. Πάντα θλίψη, πόνος, κλάμα. Είναι τόσο λίγες οι φορές που νιώθεις πραγματικά ευτυχισμένος και εδώ κάνεις το μεγαλύτερο λάθος που θα μπορούσες να κάνεις. Αυτές τις λίγες φορές που νιώθεις ότι η ευτυχία απλώνεται μπροστά σου, ξέρεις τι κάνεις; Βρίσκεις κάτι καινούριο να γκρινιάξεις, κάτι άλλο να σε ενοχλήσει, κάτι που δε σε κάνει δυστυχισμένο όπως πριν, αλλά που είναι αρκετό για να κάνει τη ζωή σου άχρωμη.

Ένα πράγμα προσπάθησε λοιπόν σ'αυτήν την κωλοζωή! Μη χάνεις τις ευκαιρίες σου για ευτυχία. Δε σου δίνονται κάθε μέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο. Είναι τόσο σπάνιες όσο δεν μπορείς να φανταστείς. Αξιοποίησέ τες τουλάχιστον! Δεν είναι κρίμα; Δεν είναι κρίμα να μετανιώνεις μετά για τα λάθη σου; Μπορεί να μην είναι ακριβώς έτσι όπως τα φαντάστηκες, μπορεί να είναι λίγο διαφορετικά, όχι τέλεια. Αλλά είναι όμορφα, πολύχρωμα, (ίσως με λίγο παραπάνω ροζ) και γεύση κανέλλας. Και εσύ τι κάνεις; Τα κάνεις να φαίνονται μαύρα, χωρίς νόημα, γεμάτα αμφιβολίες.
Και έπειτα, ξαφνικά έρχεται η μέρα, που όλα γίνονται μαύρα, χωρίς νόημα, με άπειρα γιατί. Αλλά αυτή τη φορά είναι στ' αλήθεια έτσι. Δεν είναι μια ηλίθια ψευδαίσθηση του εαυτού σου, όπως πριν. Αυτή τη φορά δεν έχει νόημα να σηκωθείς από το κρεββάτι. Δεν έχει νόημα να πας βόλτα στον ήλιο. Αυτή η φορά δεν έχει γεύση κανέλλας, αλλά τη γεύση των δακρύων σου. Αυτή τη φορά ξέρεις ότι ξαναγυρνάς. Ξαναγυρνάς εκεί που δεν ήθελες. Εκεί που δεν σ' άρεσε. Και ο μόνος ένοχος είναι ο εαυτός σου.

Friday, May 11, 2012

Μια τυχαία ιστορία.

Έβρεχε από το πρωί. Δεν της άρεσαν οι μέρες με βροχή, της προκαλούσαν πάντα άσχημα συναισθήματα. Εκείνη τη μέρα όμως δεν την ένοιαζε. Ταίριαζε άλλωστε να βρέχει, όχι τόσο για να κρύβονται τα δάκρυά της -δεν είχε άλλα- είχαν στεγνώσει κι αυτά. Κυρίως για να μοιάζει ότι το σύμπαν κλαίει γι' αυτήν.
Ήταν ευαίσθητος χαρακτήρας. Έκλαιγε εύκολα, δάκρυζε σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής της. Κι όταν έμενε μόνη, τότε έκλαιγε με λυγμούς. Όταν δεν ήταν κανένας εκεί να τη βοηθήσει. Όταν δε φοβόταν να τσαλακωθεί εντελώς. Από ποιόν να κρυφτεί άλλωστε; Από τον εαυτό της; Όχι, δεν ήταν ο λόγος της εικόνας της που δεν έκλαιγε μπροστά σε άλλους. Το είχε κάνει κι αυτό αρκετές φορές. Απλά είχε μάθει πια πως τα δάκρυα δεν βοηθούν πουθενά. Δεν αλλάζουν καταστάσεις.

Μπήκε στο αμάξι. Αυτό το ταξίδι θα ήταν καθοριστικό. Δεν θα ήταν ένα ταξίδι από μια πόλη σε μια άλλη. Θα ήταν ένα ταξίδι από έναν κόσμο σε έναν άλλον. Από τον κόσμο των συναισθημάτων στον κόσμο του τίποτα. Το είχε αποφασίσει (πάντα το έκανε αυτό το λάθος). Έβαζε χρονοδιαγράμματα και τώρα αυτό και εκείνο τότε και όλα τα έφτιαχνε στο μυαλό της όπως αυτή ήθελε και ακόμα να καταλάβει ότι σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιούνταν τα σχέδιά της. Παρόλαυτά το είχε κάνει και αυτή τη φορά. Καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Ποτέ δεν της άρεσε αυτή η θέση. Και πρέπει να μιλάς και να κρατάς παρέα στον άλλον και να είσαι ευδιάθετος. Αυτή όμως δεν ήταν. Προτιμούσε τις πίσω θέσεις. Εκεί που δεν αναγκαζόταν να βάλει τη ζώνη ασφαλείας. Εκεί που κουλουριαζόταν και δεν έβλεπε το δρόμο, τον χιλιομετρητή, να γράφει τα χιλιόμετρα να περνούν, τις απειλητικές προσπεράσεις. Δίπλα της αυτός. Όχι, όχι αυτός που θα ήθελε. Αυτός όμως που αντιπροσώπευε κάθε "αυτός" στη ζωή της. Ο πατέρας της. Ποτέ δεν είχε διαλευκάνει τα συναισθήματά της γι' αυτόν τον άνθρωπο. Αυτό που κατάλαβε όμως πρόσφατα ήταν ένα. Ότι πάντα αναζητούσε κάτι που του έμοιαζε.

Ήταν καλός αλλά και απόμακρος. Όχι ότι δεν έκανε αγκαλιές και χάδια, αλλά μάλλον ήταν μετρημένα. Κλειστός χαρακτήρας, δύσκολος να πιάσεις κουβέντα. Όχι, θα ήταν λάθος να το πω αυτό. Μιλούσε πολύ, είχε χιούμορ, θα μπορούσε να συζητάει με τις ώρες, αλλά πάντα για άσχετα θέματα, επικαιρότητα, πολιτική, ανούσια πράγματα. Όχι αυτά τα ουσιαστικά, αυτά της καρδιάς. Σ' αυτές τις συζητήσεις πάντα δυσκολευόταν. Έχανε τα λόγια του. Αυτό έψαχνε μια ζωή. Αυτό προσπαθούσε να κατακτήσει. Πάντα το δύσκολο. Το άπιαστο. Για όσους ανθρώπους ήθελε στη ζωή της, πάντα χρειαζόταν να παλέψει. Όχι, αυτοί που την ήθελαν στη δική τους ζωή, σ'αυτών τις ζωές δεν ήθελε να μπει. Πάντα στις ζωές των άλλων.  Στις ζωές αυτών που δεν την χρειαζόταν, που δεν την είχαν ανάγκη, στις ζωές ψυχρών ανθρώπων, στις ζωές ανθρώπων που μόνο παγοκολώνα θύμιζαν. Ναι, όλη της η ζωή αυτό προσπαθούσε. Να κατακτήσει την αγάπη. Να κατακτήσει την αγάπη ανθρώπων που δεν είχαν να της δώσουν.

Έβρεχε σε όλη τη διαδρομή. Προσπαθούσε να κρατήσει τα δάκρυά της. Δεν ήθελε να τη δει έτσι. Δεν ήθελε να τον στεναχωρεί. Ποτέ δεν το ήθελε. Ούτε αυτόν, ούτε τους άλλους. Κι όμως αυτό έκανε. Πάντα στεναχωρούσε, απογοήτευε, πλήγωνε και πληγωνόταν. Πως το κατάφερνε ούτε κι αυτή ήξερε. Η ώρα περνούσε. Το ταξίδι έφτανε στο τέλος του και ο "προορισμός" ερχόταν όλο και πιο κοντά. Και αυτή όλο και πιο ανέτιμη γι'αυτό που είχε αποφασίσει. Όχι, δεν ήταν καλή στο να αφήνει πίσω της κομμάτια της ζωής της, όσο λανθασμένα και να φάνταζαν αυτά. Η βροχή δεν σταματούσε. Έμπαιναν σε τούνελ, σήγαγγες σκοτεινές και ένιωθε σα να βλέπει ταινία ή κακό όνειρο. Ξέρετε, απ' αυτά που ξυπνάς και έχεις κάποιον να του τα διηγηθείς μετά. Μια λάθος τιμονιά. Μια λάθος κίνηση. Μόνο αυτό σκεφτόταν. Ήθελε να τον σπρώξει, να αρπάξει το τιμόνι στα χέρια της και να... Όχι, ήταν πολύ πιο δειλή απ' όσο πίστευε. Δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Και φυσικά και δεν σκεφτόταν όλους αυτούς που θα άφηνε πίσω. Τον εαυτό της σκεφτόταν, τον εαυτό της και τα ηλίθια όνειρά της. "Κάποτε θα 'ναι όλα, σα 'να να ναι καλοκαίρι." Γελούσε και η ίδια μερικές φορές με αυτά για τα οποία ήλπιζε.

Κατέβηκε από το αμάξι. Πάτησε τα πόδια της στη γη. Και...
Έχει τέλος η ιστορία.
Αλλά πείτε μου, ποιον θα ενδιέφερε το τέλος μιας τυχαίας ιστορίας;

Saturday, May 5, 2012

Μόνο να 'ξερες.

Λίγες από τις πολύπλοκες και μάλλον άχρηστες σκέψεις μου.
Τι ακριβώς σημαίνεις για μένα.
Πόσο εμετικές ήταν εκείνες οι μέρες.
Πόσο δύσκολο μου ήταν να σε συγχωρήσω. (Κι ας εσύ το θεώρησες αυτονόητο.)
Πόσα χαμόγελα μου χαρίζεις τα πρωινά. Και πόσα δάκρυα τα βράδια.
Πως είσαι η μόνιμη σκέψη μου.
Πως καμιά φορά γράφω το όνομά σου στα τετράδιά μου.
Πως δεν εννοούσα καμία από τις μαλακίες που σου έλεγα.
Πως ένιωθα πολλά περισσότερα, από αυτά που σε άφηνα να δεις.
Πως ήσουν η αιτία που είχαν αρχίσει να αλλάζουν οι θεωρίες μου.
Πως μετανιώνω κάθε λεπτό για κάθε μία από τις ηλιθιότητές μου.
Πως φοβάμαι τις μακροχρόνιες σχέσεις.
Πως φοβάμαι να δίνομαι. Και να αφήνομαι.
Πως ποτέ δεν σου έλεγα τι πραγματικά σκεφτόμουν.
Πως υπήρχαν φορές που ασφυκτιούσα, αλλά δεν ήσουν εσύ η αιτία.
Πως ποτέ δεν κατάφερα να σου εξηγήσω πολλά που ήθελα.
Πως ποτέ, βέβαια, δεν προσπάθησες να καταλάβεις.
Πως μου είναι δύσκολο να λέω το "σ'αγαπώ".
Μόνο να 'ξερες.
Πόσο λίγο με ξέρεις.
[και εγώ...
πού να σου εξηγώ πως έτσι σαν κουφάρι μένω,
να μετρώ το χρόνο που θα χρειαστώ να χωνέψω τη λογική]

Tuesday, May 1, 2012

Είναι κάποιες μέρες.

Ήρεμες.
Αθώες.
Παιδικές.
Χωρίς γιατί.
Όμορφα μοναχικές.
Ηλιόλουστες.
Χωρίς πυροτεχνήματα.
Αλλά  πολύχρωμες.
Με μουσική στα αυτιά.
Με απρόσμενα μηνύματα.
Χωρίς κενά.
Με όμορφες πράξεις.
Με έμπνευση.
Με γαλλική πλεξούδα στα μαλλιά.
Και φρέσκα λουλούδια στο βάζο.
Με θάλασσα και ποδήλατα.
Με χαμόγελα και McFlurry.
Μέρες που φέρνουν στον κόσμο την άνοιξη.
Και μια απόφαση που φέρνει πίσω τη ζωή σου.

Saturday, April 28, 2012

Εθί(ζω)μαι.

Λένε πως οι εθισμοί δεν είναι καλό πράγμα. Πρέπει να τους αποφεύγεις.
Σε αποπροσανατολίζουν, σε κάνουν να χάνεις το στόχο. 
Είναι όμως κάποιοι εθισμοί που σε βοηθούν να προχωρήσεις.
Σου δίνουν τον λόγο για να ζεις, το λόγο για να υπάρχεις.
Είμαι ένα άτομο που εθίζεται. Μπορώ να εθιστώ σε οτιδήποτε.
Σε ένα συγκεκριμένο είδος καραμέλες, σε μια σειρά, σε ένα βιβλίο, σε άτομα.
Πιο πολύ όμως εθίζομαι σε μουσικές. 
Σε όποια φάση της ζωής μου και να βρίσκομαι.
Μπορώ να εθιστώ σε ένα τραγούδι, ένα ρυθμό, μια μουσική.
Και να ζω απ' αυτό. Απ' αυτό και τις σκέψεις που κάνω όταν το ακούω.
Άκουσέ το. Δε γίνεται να μην εθιστείς ή έστω να μην το αγαπήσεις.


 Οι άνθρωποι που τους βαραίνει
μια βαθιά θλίψη
προδίδονται όταν είναι ερωτευμένοι:
έχουν έναν τρόπο να αρπάζουν τον έρωτα
σαν να θέλουν να τον αγκαλιάσουν
και να τον πνίξουν από φθόνο.

(Που αρχίζει το τέλος;
Πότε ένα βλέμμα
-ζεστό, εύθυμο. θλιμμένο-
γίνεται έρωτας;
Πού αρχίζει το τέλος του έρωτα;
Πού αρχίζει αυτός ο έρωτας;)

Χάρης Βλαβιανός -
 Μετά το τέλος της ομορφιάς

[Ένα ποίημα γεμάτο άλυτες απορίες,
μαζί με το πιο εθιστικό τραγούδι που άκουσα ποτέ.]

Tuesday, April 24, 2012

Αντεύχομαι.

Έχω πολλά ράμματα για τη γούνα αυτής της μεγαλοκυρίας που λέγεται ευτυχία. Μου έχει σπάσει τα νεύρα με όσα ισχυρίζεται απολογούμενη που με έστησε. Ότι τάχα ήρθε, αλλά εγώ είχα το νου μου σε τούτο και σε κείνο, κι όπως μου τα προσδιόρισε, με περίμενε σε πράγματα αδύνατα να συμβούν, εκεί ακριβώς που είχα το νου μου. Κι αυτός ήτανε λέει ο λόγος που την προσπέρασα.

Άλλοτε πάλι, επιμένει πως ήρθε, και στάθηκε λέει έξω από κάτι ιστορίες, στις οποίες εγώ είχα μπει ήδη μέσα, είχε τη διάθεση να πετάξει από το παράθυρο και να μπει, αλλά ήταν τόσο υπερυψωμένη η δυσπιστία μου που δεν τόλμησε.

Άλλη δικαιολογία τραβηγμένη από τα μαλλιά, πως εγώ χτύπησα πολύ σιγά την πόρτα της και δεν με άκουσε ή ότι χτύπησα λάθος, τη διπλανή πόρτα και βλέποντάς με να καθυστερώ, συμπέρανε ότι το λάθος μου βγήκε σε καλό και δεν ήθελε να με διακόψει.

Μου έχει απαρυθμίσει μία, μία τις στιγμές που την περιείχαν, λέει, αλλά εγώ θυμάμαι μόνο το φόβο που είχα μην τις χάσω...

Είδα και έπαθα να μην έχω την ανάγκη της. Και τώρα που παλεύοντας τα κατάφερα, έρχεται και μου λέει συγχαρητήρια. Πως αυτό ακριβώς, ότι δεν έχω την ανάγκη της, αυτό είναι ευτυχία!

Άπιαστη σου λέω.

Κική Δημουλά - Εκτός Σχεδίου

Monday, April 9, 2012

Μελαγχολικές Κυριακές.

Ποτέ δε μου άρεσαν οι Κυριακές. Όλες τους σχεδόν είχαν μια δόση πικρίας.
Άσχημη γεύση, αλμυρή, στυφή κι απροδιόριστη μαζί.
Άλλες Κυριακές αδιάφορες, άλλες κρύες, άλλες απλώς μελαγχολικές.
Αν μου έλεγε κάποιος να βάλω μια ταμπέλα σ'αυτή τη μέρα, αυτή θα έβαζα. Μελαγχολική.
Ήταν ημέρα αναπόλησης. Μέρα όπου άνοιγαν πληγές που δεν έπρεπε να υπάρχουν, ίσως μόνο για να σου θυμίσουν ότι ήρθε η στιγμή να τις κλείσεις. Μέρα ήρεμων καφέδων, όχι αυτών των επεισοδιακών. Ήσυχων περιπάτων, απ' αυτούς που ποτέ τίποτε απρόσμενο δε συμβαίνει. Μέρα χωρίς λόγο ύπαρξης.
Τις Κυριακές τα κενά μεγάλωναν. Τα φαντάσματα γινόταν πιο αληθινά.
Οι απουσίες επιβλητικότερες. Οι ελλείψεις απειλητικότερες.
Τα λάθη επίμονα ζητούσαν να μπουν στη λίστα των πραγμάτων που έχεις κάνει.
Τις Κυριακές η λογική έκανε στην άκρη και τα συναίσθηματα έπαιρναν τη θέση της.
Τις Κυριακές ο νους έτρεχε. Σε θάλασσες, βουνά. Ταξίδευε σε μέρη ανύπαρκτα.
Και σε συναισθήματα. Ανύπαρκτα κι αυτά.
Έπειτα ερχόταν οι Δευτέρες. Όλα έμπαιναν και πάλι στη θέση τους.
Εκεί που ήταν και πριν. Εκεί όπου έπρεπε να είναι.

 
 θα άλλαζε νόημα κι η Κυριακή
δε θα ήταν πια μελαγχολική

αν ζούσαμε σε άλλη εποχή
 κι αν εσύ δεν ήσουν εσύ κι εγώ δεν ήμουν εγώ*